Την ώρα που η Ευρωπαϊκή Ένωση προσπαθεί να διαμορφώσει κοινή στρατηγική απέναντι στον Donald Trump, νέα δεδομένα έρχονται στο φως σχετικά με τις αμερικανικές προτάσεις για το μέλλον της Γροιλανδίας, αποκαλύπτοντας ένα σύνθετο γεωπολιτικό παζάρι με επίκεντρο την Αρκτική, τη στρατιωτική ασφάλεια και τον έλεγχο κρίσιμων φυσικών πόρων.
Παρά τα σημάδια προσωρινής εκτόνωσης της έντασης ανάμεσα σε Ουάσιγκτον και Βρυξέλλες, διπλωματικές πηγές κάνουν λόγο για ένα προσχέδιο συμφωνίας που περιλαμβάνει ενίσχυση της στρατιωτικής παρουσίας του ΝΑΤΟ στη Γροιλανδία, διεύρυνση των αμερικανικών δικαιωμάτων σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις και αυστηρό περιορισμό της πρόσβασης τρίτων δυνάμεων – κυρίως της Ρωσίας και της Κίνας – στους φυσικούς πόρους του νησιού.
Η Αρκτική στο επίκεντρο της νέας στρατηγικής
Οι διαβουλεύσεις των τελευταίων ημερών επικεντρώνονται στη δημιουργία μόνιμου πλαισίου ασφάλειας στην Αρκτική, καθώς η περιοχή αποκτά αυξανόμενη στρατηγική σημασία λόγω της κλιματικής αλλαγής, του ανοίγματος νέων θαλάσσιων οδών και της παρουσίας σπάνιων γαιών κάτω από το παγοκάλυμμα της Γροιλανδίας.
Στο τραπέζι βρίσκεται η σύσταση μιας νέας νατοϊκής αποστολής, με αποστολή την επιτήρηση, την αποτροπή και τη στρατιωτική ετοιμότητα στον αρκτικό κύκλο. Το σχέδιο, που συζητείται εδώ και μήνες εντός της Συμμαχίας, προβλέπει μόνιμη παρουσία δυνάμεων, συστημάτων επιτήρησης και υποδομών ταχείας αντίδρασης, στα πρότυπα αντίστοιχων νατοϊκών σχημάτων στη Βαλτική και την Ανατολική Ευρώπη.
Αμερικανικά δικαιώματα χωρίς αλλαγή κυριαρχίας
Κρίσιμο στοιχείο των προτάσεων είναι η αναθεώρηση και επέκταση της αμυντικής συμφωνίας που υπέγραψαν Δανία και Ηνωμένες Πολιτείες το 1951. Η συμφωνία αυτή ήδη επιτρέπει στον αμερικανικό στρατό να κατασκευάζει και να λειτουργεί βάσεις στη Γροιλανδία, ωστόσο η Ουάσιγκτον επιδιώκει πιο σταθερό και μακροπρόθεσμο καθεστώς παρουσίας.
Σύμφωνα με διπλωματικές εκτιμήσεις, εξετάζεται μοντέλο που θα έδινε στις ΗΠΑ κυριαρχικά δικαιώματα επί συγκεκριμένων στρατιωτικών εγκαταστάσεων, χωρίς τυπική μεταβίβαση εδαφών. Το σχήμα αυτό παραπέμπει άμεσα στις βρετανικές βάσεις στην Κύπρο, όπου το Λονδίνο διατηρεί πλήρη διοικητικό και στρατιωτικό έλεγχο εντός οριοθετημένων περιοχών.
Η συγκεκριμένη πρόταση έχει προκαλέσει έντονες συζητήσεις, καθώς αγγίζει ευθέως το ζήτημα της εθνικής κυριαρχίας, ένα θέμα που η Δανία και η κυβέρνηση της Γροιλανδίας θεωρούν αδιαπραγμάτευτο.
Κόκκινες γραμμές από Νουούκ και Κοπεγχάγη
Η πρωθυπουργός της Δανίας, Mette Frederiksen, έχει ξεκαθαρίσει δημόσια ότι η χώρα της είναι διατεθειμένη να συζητήσει ζητήματα ασφάλειας, επενδύσεων και οικονομικής συνεργασίας, όχι όμως την παραχώρηση κυριαρχίας οποιουδήποτε τμήματος της Γροιλανδίας.
Ακόμη πιο κατηγορηματικός εμφανίστηκε ο πρωθυπουργός της Γροιλανδίας, Jens-Frederik Nielsen, ο οποίος δήλωσε ότι, παρά τη διάθεση για διάλογο, η κυριαρχία αποτελεί «κόκκινη γραμμή» για το αυτόνομο έδαφος. Η δήλωσή του ήρθε εν μέσω διαδηλώσεων στο Νουούκ, όπου πολίτες εξέφρασαν την αντίθεσή τους σε οποιαδήποτε μορφή «παζαρέματος» του μέλλοντος του νησιού.
Ρωσία και Κίνα εκτός παιχνιδιού
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στον αποκλεισμό μη νατοϊκών χωρών από την εκμετάλλευση των πλούσιων κοιτασμάτων σπάνιων γαιών της Γροιλανδίας. Οι πρώτες ύλες αυτές θεωρούνται κρίσιμες για την αμυντική βιομηχανία, τις νέες τεχνολογίες και την ενεργειακή μετάβαση, γεγονός που εξηγεί το αυξημένο ενδιαφέρον της Ουάσιγκτον.
Αμερικανοί αξιωματούχοι συνδέουν ευθέως τη Γροιλανδία με μελλοντικά αμυντικά σχέδια, όπως το φιλόδοξο αντιπυραυλικό σύστημα «Χρυσός Θόλος», το οποίο θα μπορούσε να περιλαμβάνει υποδομές εγκατεστημένες στον αρκτικό χώρο.
Πρώιμο στάδιο και πολιτικές αποφάσεις
Παρά τη φημολογία, ανώτατοι στρατιωτικοί αξιωματούχοι του ΝΑΤΟ τονίζουν ότι οι συζητήσεις βρίσκονται ακόμη σε προκαταρκτικό επίπεδο και ότι δεν έχει ξεκινήσει επιχειρησιακός σχεδιασμός. Όπως επισημαίνουν, οποιαδήποτε εξέλιξη θα απαιτήσει σαφείς πολιτικές κατευθύνσεις και συναίνεση όλων των εμπλεκόμενων πλευρών.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι η Γροιλανδία έχει μετατραπεί σε κομβικό σημείο του νέου γεωπολιτικού ανταγωνισμού, με την Αρκτική να αναδεικνύεται σε πεδίο στρατηγικών συγκρούσεων που ξεπερνούν κατά πολύ τα όρια ενός απλού διπλωματικού επεισοδίου.


