Για δεκαετίες, ο απόδημος Ελληνισμός ζει με μια θεμελιώδη αντίφαση.
Από τη μία πλευρά, η Ελλάδα προβάλλει τους Έλληνες του εξωτερικού ως πρεσβευτές του έθνους, ως ζωντανή απόδειξη της αντοχής και της διαχρονικότητας του Ελληνισμού και τους χαρακτηρίζει ως «δυο φορές Έλληνες». Από την άλλη, όταν έρχεται η στιγμή της Δημοκρατίας, η ίδια η Πολιτεία τούς αντιμετωπίζει ως πολίτες μειωμένης συμμετοχής, με περιορισμένη ή δυσχερή πρόσβαση στο εκλογικό δικαίωμα.
Η παρουσίαση του νομοσχεδίου για την επιστολική ψήφο στις εθνικές εκλογές και τη δημιουργία εκλογικής περιφέρειας Απόδημου Ελληνισμού δεν είναι μια απλή τεχνική ρύθμιση. Είναι μια πολιτική και ηθική παραδοχή: ότι η Ελλάδα άργησε πολύ να ακούσει τα παιδιά της που έφυγαν. Έλληνες που μετανάστευσαν από ανάγκη, όχι από αδιαφορία για την πατρίδα, και που κράτησαν ζωντανή τη γλώσσα, την πίστη, τις παραδόσεις και την εθνική συνείδηση σε κάθε γωνιά του κόσμου.
Η επιστολική ψήφος για τους εκτός επικράτειας εκλογείς δεν αποτελεί προνόμιο. Δεν είναι «διευκόλυνση». Είναι στοιχειώδες δημοκρατικό δικαίωμα. Σε έναν κόσμο όπου οι πολίτες συναλλάσσονται, εργάζονται και επικοινωνούν ψηφιακά, η απαίτηση φυσικής παρουσίας ως προϋπόθεση συμμετοχής στις εκλογές μοιάζει όχι μόνο παρωχημένη, αλλά και άδικη. Το επιτυχημένο παράδειγμα των ευρωεκλογών του 2024 απέδειξε ότι η Ελλάδα μπορεί, όταν θέλει, να οργανώσει αξιόπιστες και διαφανείς διαδικασίες για τους απόδημους.
Η πρόβλεψη για τρεις έδρες Απόδημου Ελληνισμού έχει κυρίως συμβολική, αλλά και ουσιαστική σημασία. Μπορεί να μην αντανακλά τον πραγματικό αριθμό των Ελλήνων του εξωτερικού, όμως για πρώτη φορά δίνεται άμεση φωνή στη Βουλή. Για πρώτη φορά, οι απόδημοι δεν θα ψηφίζουν απλώς για την Ελλάδα, αλλά και από την εμπειρία τους ως Έλληνες εκτός Ελλάδας. Αυτή η εμπειρία είναι πολύτιμη και δεν απειλεί τη Δημοκρατία· την εμπλουτίζει.
Οι επιφυλάξεις που εκφράζονται από την αντιπολίτευση αξίζουν συζήτηση, αλλά όχι καχυποψία. Η ανησυχία περί αλλοίωσης της αντιπροσωπευτικότητας ακούγεται παράδοξη όταν αφορά πολίτες που εξακολουθούν να φορολογούνται, να επενδύουν, να στηρίζουν οικονομικά και ηθικά την πατρίδα και να υπερασπίζονται τα εθνικά συμφέροντα στις κοινωνίες όπου ζουν. Η Δημοκρατία δεν κινδυνεύει από τη συμμετοχή· κινδυνεύει από τον αποκλεισμό.
Η Ελλάδα δεν είναι μόνο σύνορα και εκλογικές περιφέρειες. Είναι μνήμη, οικογένεια, κοινή ιστορία και συλλογική ευθύνη. Αν θέλει να λέγεται σύγχρονο, ευρωπαϊκό και δημοκρατικό κράτος, οφείλει να ενσωματώσει πλήρως τον απόδημο Ελληνισμό στο πολιτικό της σώμα. Η ψήφος των αποδήμων δεν είναι απειλή. Είναι επιστροφή. Είναι αποκατάσταση. Είναι Δημοκρατία στην πράξη.


