Σε μόλις τέσσερις ημέρες, 145.000 εισιτήρια κόπηκαν στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες — ένα επίτευγμα που ξεπερνά τα όρια της εμπορικής επιτυχίας και αγγίζει τα επίπεδα ενός πολιτισμικού γεγονότος. Η Ιστορία απαντά: 145.000 Έλληνες στις αίθουσες.
Το ενδιαφέρον του κοινού για την ταινία που αναφέρεται στον Ιωάννης Καποδίστριας δεν μπορεί να εξηγηθεί απλώς με όρους box office. Πρόκειται για μια βαθύτερη ανάγκη επανασύνδεσης με την ιστορική μνήμη, με αξίες που για δεκαετίες παραμερίστηκαν ή παρουσιάστηκαν αποστειρωμένες. Ο «μπάρμπα-Γιάννης», όπως τον αποκαλούσε ο λαός, επιστρέφει μέσα από τη μεγάλη οθόνη όχι ως άγαλμα, αλλά ως ζωντανό σύμβολο ανιδιοτέλειας, εθνικής αξιοπρέπειας και πολιτικής ηθικής.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στον σκηνοθέτη Γιάννης Σμαραγδής, ο οποίος — όπως και σε προηγούμενα έργα του — επέλεξε να κινηθεί κόντρα στο ρεύμα. Παρά τις έντονες οικονομικές δυσκολίες, την εχθρική στάση μέρους του κατεστημένου και έναν παρατεταμένο ηθικό και θεσμικό πόλεμο, η ταινία βρήκε τον δρόμο της προς το κοινό. Και το κοινό απάντησε μαζικά.
Κριτικοί και αναλυτές σημειώνουν ότι η επιτυχία αυτή δεν είναι τυχαία. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται αυξανόμενο ενδιαφέρον για ιστορικά πρόσωπα που συγκρούστηκαν με συμφέροντα, πλήρωσαν το τίμημα της ανεξαρτησίας τους και τελικά δικαιώθηκαν στη συλλογική συνείδηση. Σε μια εποχή γενικευμένης απαξίωσης της πολιτικής, η μορφή του Καποδίστρια λειτουργεί ως αντίδοτο κυνισμού.
Δεν είναι λίγοι εκείνοι που κάνουν λόγο για ένα είδος «σιωπηλής πολιτισμικής εξέγερσης»: χιλιάδες Έλληνες επιλέγουν συνειδητά να στηρίξουν ένα έργο που δεν χαϊδεύει αυτιά, δεν ευθυγραμμίζεται με κυρίαρχες αφηγήσεις και δεν υποτάσσεται στις επιταγές της εύκολης κατανάλωσης. Η μαγεία της τέχνης λειτούργησε ως καταλύτης για μια συλλογική ενδοσκόπηση — μια συνάντηση με τον «ξεχασμένο εαυτό» του Ελληνισμού.
Όπως εύστοχα υπενθυμίζει και το γνωστό απόφθεγμα του Μαχάτμα Γκάντι:
«Πρώτα σε αγνοούν, μετά σε κοροϊδεύουν, μετά σε πολεμούν — και στο τέλος τους νικάς.»
Η κινηματογραφική αυτή επιτυχία δείχνει πως, όταν η ιστορία, η τέχνη και η αλήθεια συναντιούνται, το κοινό είναι όχι μόνο παρόν — αλλά έτοιμο να απαντήσει δυναμικά.


