Μια αυξανόμενη πρακτική «τιμωρητικών πυροβολισμών» που συνδέεται με δίκτυα οργανωμένου εγκλήματος οδηγεί σε σημαντική αύξηση των μη θανατηφόρων τραυματισμών από πυροβόλα όπλα στη Βικτώρια, με τα δημόσια νοσοκομεία να δέχονται πλέον περιστατικά επιθέσεων με όπλα σχεδόν κάθε δεκαπέντε ημέρες.
Νέα ανάλυση δεδομένων από τα τμήματα επειγόντων περιστατικών δείχνει ότι τα δημόσια νοσοκομεία της πολιτείας αντιμετώπισαν 26 περιστατικά τραυματισμών από πυροβόλα όπλα μόνο κατά το τελευταίο οικονομικό έτος, εξαιρουμένων των περιπτώσεων αυτοτραυματισμού ή ατυχημάτων. Το ποσοστό αυτό καταγράφει αύξηση άνω του 60% σε σχέση με πριν από πέντε χρόνια.
Σύμφωνα με εγκληματολογικά στοιχεία και δεδομένα νοσοκομειακής επιτήρησης, πολλές από αυτές τις επιθέσεις δεν αποτελούν τυχαία περιστατικά βίας, αλλά οργανωμένες ενέργειες εκφοβισμού στο εσωτερικό εγκληματικών κυκλωμάτων. Αστυνομικές πηγές περιγράφουν τους πυροβολισμούς αυτούς ως στοχευμένες «προειδοποιήσεις», σχεδιασμένες να τρομοκρατούν τα θύματα χωρίς να προκαλούν θανατηφόρα αποτελέσματα που θα ενεργοποιούσαν έρευνες ανθρωποκτονίας.
Τα ιατρικά δεδομένα αποκαλύπτουν σαφή πρότυπα τραυματισμών. Σχεδόν το ένα τρίτο των θυμάτων την τελευταία πενταετία υπέστη τραύματα σε περισσότερα από ένα σημεία του σώματος. Ωστόσο, οι συχνότεροι μεμονωμένοι τραυματισμοί εντοπίζονται στο γόνατο, την κνήμη, το ισχίο και τον μηρό — χαρακτηριστικά σημεία των λεγόμενων «kneecap shootings», επιθέσεων που στοχεύουν στην ακινητοποίηση και όχι στη θανάτωση του θύματος. Άλλες περιπτώσεις περιλαμβάνουν τραυματισμούς στην κοιλιακή χώρα, με στόχο την ενίσχυση του εκφοβιστικού μηνύματος.
Νοσοκομεία στα βόρεια προάστια της Μελβούρνης, και ιδιαίτερα το Northern Hospital στο Epping, καταγράφουν αυξημένη προσέλευση θυμάτων που αποφεύγουν τη χρήση ασθενοφόρων και μεταφέρονται με ιδιωτικά οχήματα. Σύμφωνα με τις αρχές, η πρακτική αυτή αποσκοπεί στην αποφυγή της αυτόματης εμπλοκής της αστυνομίας, η οποία ενεργοποιείται υποχρεωτικά σε κάθε κλήση ασθενοφόρου για πυροβολισμό.
Παρότι τα νοσοκομεία είναι υποχρεωμένα να ειδοποιούν τις αρχές, η συνεργασία των θυμάτων παραμένει περιορισμένη. Περισσότερο από το 50% των ασθενών αρνήθηκε να δηλώσει το σημείο όπου δέχθηκε τα πυρά, περιορίζοντας σοβαρά τις δυνατότητες των ερευνών.
Το δημογραφικό προφίλ των θυμάτων καταδεικνύει επίσης τη σοβαρότητα του φαινομένου. Σχεδόν το 60% των τραυματιών ανήκει στην ηλικιακή ομάδα 20–39 ετών, ενώ καταγράφονται και περιστατικά με ανηλίκους. Ένα σημαντικό ποσοστό των πυροβολισμών σημειώθηκε εντός κατοικιών, γεγονός που ενισχύει τις ανησυχίες ότι η εγκληματική βία έχει ενσωματωθεί στον κοινωνικό ιστό των προαστίων.
Οι αρχές προειδοποιούν ότι η αύξηση των μη θανατηφόρων πυροβολισμών αντανακλά μια στρατηγική μεταβολή στον τρόπο δράσης του οργανωμένου εγκλήματος, όπου η βία χρησιμοποιείται πλέον ως εργαλείο ελέγχου και επιβολής.
Πρόκειται για μια εξέλιξη που, σύμφωνα με τις αρμόδιες υπηρεσίες, συνιστά σοβαρή απειλή για τη δημόσια ασφάλεια, επιβαρύνει τα νοσοκομειακά συστήματα και δυσχεραίνει ουσιαστικά τις προσπάθειες των διωκτικών αρχών να αποδομήσουν τα εγκληματικά δίκτυα που δρουν στη μητροπολιτική Μελβούρνη και την περιφερειακή Βικτώρια.


