Βαλλιστικούς πυραύλους εναντίον της έδρας του 5ου Στόλου του αμερικανικού Ναυτικού στο Μπαχρέιν εκτόξευσε το Σάββατο το Ιράν, χαρακτηρίζοντας την επίθεση ως ανταποδοτική απάντηση στην κοινή στρατιωτική επιχείρηση Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ.
Σύμφωνα με τα ημιεπίσημα ιρανικά πρακτορεία Tasnim και Fars, η πυραυλική ομοβροντία εντάσσεται στο πλαίσιο ευρύτερης αντεπίθεσης μετά τα πρόσφατα πλήγματα που εξαπέλυσαν Ουάσινγκτον και Τελ Αβίβ κατά ιρανικών στόχων. Βίντεο που μεταδόθηκαν από ιρανικά μέσα εμφανίζουν πυκνό καπνό να υψώνεται από την περιοχή της ναυτικής εγκατάστασης.
Η βάση που φέρεται να επλήγη στεγάζει την έδρα του 5ου Στόλου και των Ναυτικών Δυνάμεων Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ, με έδρα τη Μανάμα. Πρόκειται για εγκατάσταση στρατηγικής σημασίας, καθώς αποτελεί βασικό επιχειρησιακό κέντρο των ΗΠΑ στον Περσικό Κόλπο.
Το Tasnim ανέφερε ότι η επίθεση πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο ευρείας εκτόξευσης βαλλιστικών πυραύλων κατά αμερικανικών στρατιωτικών στόχων στην περιοχή. Το Bahrain News Agency μετέδωσε ότι στόχος έγινε και κέντρο υπηρεσιών συνδεόμενο με τον 5ο Στόλο.
Η περιφερειακή επίπτωση ήταν άμεση. Ανώτερος αξιωματούχος του Κατάρ επιβεβαίωσε ότι δύο ιρανικοί πύραυλοι αναχαιτίστηκαν πάνω από το έδαφος της χώρας. Παράλληλα, αναφορές έκαναν λόγο για εκρήξεις στο Άμπου Ντάμπι, ενώ σειρήνες ήχησαν σε Ιορδανία και Μπαχρέιν.
Το Υπουργείο Εσωτερικών του Μπαχρέιν κάλεσε πολίτες και κατοίκους να παραμείνουν ψύχραιμοι και να κατευθυνθούν στο πλησιέστερο ασφαλές σημείο, μετά την ενεργοποίηση των σειρήνων σε όλη τη χώρα. Ζήτησε επίσης να χρησιμοποιούνται οι βασικοί οδικοί άξονες μόνο όταν είναι απολύτως απαραίτητο, ώστε να διασφαλιστεί η δημόσια ασφάλεια και να διευκολυνθεί το έργο των αρχών.
Το Μπαχρέιν αποτελεί διαχρονικό σύμμαχο των ΗΠΑ και φιλοξενεί μόνιμα αμερικανικές ναυτικές δυνάμεις. Ο 5ος Στόλος διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην επιτήρηση της θαλάσσιας ασφάλειας στον Περσικό Κόλπο, την Ερυθρά Θάλασσα και τμήματα του Ινδικού Ωκεανού.
Η επίθεση σηματοδοτεί νέα φάση κλιμάκωσης στη Μέση Ανατολή, με την Τεχεράνη να αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο περαιτέρω αντιποίνων, ενώ οι κυβερνήσεις της περιοχής παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις υπό τον φόβο ευρύτερης σύρραξης.


