Μετά από έκτακτη επανασύγκληση της Βουλής, η αυστραλιανή Βουλή των Αντιπροσώπων και η Γερουσία ενέκριναν νέα νομοθεσία για την καταπολέμηση του λόγου μίσους και του βίαιου εξτρεμισμού, σε μια διαδικασία που επισπεύστηκε μετά την τρομοκρατική επίθεση στο Bondi.
Η νομοθεσία, η οποία ψηφίστηκε με τη στήριξη της κυβέρνησης και του Φιλελεύθερου Κόμματος, προβλέπει απαγόρευση εξτρεμιστικών οργανώσεων που προωθούν το μίσος, διευρυμένες εξουσίες ακύρωσης βίζας και αυστηρότερες ποινές για θρησκευτικούς ή ιδεολογικούς ηγέτες που υποκινούν βία.
Ωστόσο, η ψήφιση του νόμου συνοδεύτηκε από έντονη πολιτική αναταραχή, καθώς τρεις ανώτεροι γερουσιαστές των Εθνικών ( Nationals) – Bridget McKenzie, Susan McDonald και Ross Cadell – καταψήφισαν τη νομοθεσία, παραβιάζοντας τη συλλογική γραμμή του Συνασπισμού.
Η κίνησή τους θεωρείται ευθεία παραβίαση της αρχής της «συλλογικής ευθύνης» και έχει θέσει εν αμφιβόλω το πολιτικό τους μέλλον, με συζητήσεις για ενδεχόμενες παραιτήσεις από σκιώδη υπουργικά αξιώματα.
Η Βουλή επανήλθε πρόωρα μετά από πιέσεις της αρχηγού της αντιπολίτευσης Sussan Ley, η οποία υποστήριξε ότι απαιτούνταν άμεση νομοθετική αντίδραση απέναντι στην άνοδο του αντισημιτισμού και της βίαιης ρητορικής. Οι νόμοι συντάχθηκαν και ψηφίστηκαν μέσα σε μόλις δύο συνεδριάσεις.
Οι Nationals, με επικεφαλής τον David Littleproud, εξέφρασαν ανησυχίες ότι η νομοθεσία περιορίζει την ελευθερία του λόγου. Αν και δήλωσαν ότι συμφωνούν με τον στόχο της καταπολέμησης του μίσους, επέμειναν πως το πλαίσιο χρειάζεται περαιτέρω επεξεργασία.
Η κυβέρνηση, από την πλευρά της, υπερασπίστηκε το νέο νομικό πλαίσιο, τονίζοντας ότι αποτελεί αναγκαίο εργαλείο για την προστασία της κοινωνικής συνοχής και της δημόσιας ασφάλειας.
Τα κομματικά επιτελεία Φιλελευθέρων και Nationals συνεδριάζουν ξεχωριστά, με το πολιτικό κόστος της ψήφισης να αναμένεται να απασχολήσει έντονα το επόμενο διάστημα.


