Περισσότεροι από 1.300 επιχειρηματικοί ηγέτες και βιομηχανικοί φορείς σε όλη την Ευρώπη απηύθυναν επείγουσα έκκληση στις Βρυξέλλες, προειδοποιώντας ότι οι εκρηκτικές τιμές ενέργειας και τα κόστη άνθρακα διαβρώνουν ραγδαία την παγκόσμια ανταγωνιστικότητα της ΕΕ.
Η παρέμβασή τους έγινε στο πλαίσιο διήμερης συνόδου υψηλού επιπέδου στο Βέλγιο για την αναζωογόνηση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, με τα στελέχη να ζητούν άμεση δράση — όχι μακροπρόθεσμες υποσχέσεις.
Σε κοινή τους διακήρυξη, οι εκπρόσωποι της βιομηχανίας τόνισαν ότι το ενεργειακό κόστος στην Ευρώπη έχει πλέον καταστεί απαγορευτικό για τον διεθνή ανταγωνισμό. Υπογραμμίζουν ότι οι τιμές δεν καθορίζονται μόνο από τις αγορές, αλλά επιβαρύνονται σημαντικά και από ρυθμιστικές χρεώσεις.
Σύμφωνα με δηλώσεις στελεχών σε ευρωπαϊκά μέσα, οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας θα πρέπει να επιστρέψουν στα προ του 2021 επίπεδα των περίπου 44 ευρώ ανά μεγαβατώρα, έναντι των σημερινών 80–100 ευρώ.
Η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, δήλωσε στη Σύνοδο Ευρωπαϊκής Βιομηχανίας ότι η Ένωση είναι «σε καλή θέση» να μειώσει τα κόστη, επικαλούμενη αναβαθμίσεις των ηλεκτρικών δικτύων και επέκταση των υπεράκτιων αιολικών έργων. Ωστόσο, οι επιχειρήσεις προειδοποιούν ότι αυτά τα μέτρα θα χρειαστούν χρόνια για να αποδώσουν — χρόνος που πολλοί κλάδοι δεν διαθέτουν.
«Η χημική βιομηχανία δεν έχει δέκα χρόνια μπροστά της», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Peter Huntsman, διευθύνων σύμβουλος της Huntsman Corporation.
Οι τιμές ενέργειας στην Ευρώπη εκτινάχθηκαν μετά τις κυρώσεις της ΕΕ κατά της Ρωσίας λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, με αποτέλεσμα την αντικατάσταση του φθηνότερου ρωσικού φυσικού αερίου με ακριβότερο LNG, ενώ ταυτόχρονα επιταχύνθηκε η μετάβαση στις ανανεώσιμες πηγές.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η τιμολόγηση του άνθρακα. Στο πλαίσιο του Συστήματος Εμπορίας Εκπομπών της ΕΕ, οι επιχειρήσεις πληρώνουν περίπου 80 ευρώ ανά τόνο CO₂ — ποσό πολλαπλάσιο σε σχέση με την Κίνα (περίπου 9 ευρώ) και τη Νότια Κορέα (περίπου 7 ευρώ), γεγονός που θέτει τις ευρωπαϊκές εταιρείες σε σοβαρό μειονέκτημα.
Οι συνέπειες είναι ήδη ορατές. Από το 2023 έχουν κλείσει περισσότερα από 20 μεγάλα χημικά εργοστάσια στην Ευρώπη, με απώλεια περίπου 30.000 θέσεων εργασίας. Οι επενδύσεις στον κλάδο κατέρρευσαν κατά πάνω από 80% το 2025, ενώ εταιρείες όπως η BASF μετέφεραν μεγάλα επενδυτικά σχέδια στην Κίνα, όπου το κόστος παραγωγής είναι χαμηλότερο.
Οι βιομηχανικοί φορείς προειδοποιούν ότι χωρίς άμεση παρέμβαση για τη μείωση του ενεργειακού και του κόστους άνθρακα, η Ευρώπη κινδυνεύει να επιταχύνει την αποβιομηχάνιση — και να χάσει τη θέση της στον παγκόσμιο οικονομικό ανταγωνισμό.


